Εκφοβισμός μέσω του Διαδικτύου: Συνέπειες και Στρατηγικές Αντιμετώπισης

Βίκυ Μπαούρδα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών από τους μαθητές, ιδιαίτερα όσον αφορά την κοινωνική δικτύωση και τα κινητά τηλέφωνα. Η αύξηση της διαθεσιμότητας της τεχνολογίας επέτρεψε στα παιδιά και τους εφήβους να επεκτείνουν τον εκφοβισμό πέρα από τον χώρο του σχολείου στον κυβερνοχώρο, έναν εικονικό χώρο στον οποίο είναι δύσκολο οι ενήλικες να παρακολουθούν τις δράσεις των νέων. Ο εκφοβισμός μέσω του διαδικτύου, ή αλλιώς κυβερνοεκφοβισμός, αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή θυματοποίησης που τα τελευταία χρόνια απασχολεί πολύ τους νέους, τους γονείς αλλά και όσους ασχολούνται με τα παιδιά. Ο κυβερνοεκφοβισμός είναι ουσιαστικά η χρήση των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, όπως το διαδίκτυο ή το κινητό τηλέφωνο, για την επανειλημμένη και εκ προθέσεως πρόκληση βλάβης ή ψυχικής αγωνίας σε ένα άτομο.

Η ψυχική αγωνία και συναισθηματική δυσφορία που βιώνουν τα θύματα του κυβερνοεκφοβισμού μπορεί να έχουν πολλές αρνητικές συνέπειες. Για παράδειγμα, τα θύματα κυβερνοεκφοβισμού έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν συμπτώματα κατάθλιψης και προβληματικές συμπεριφορές στο σχολείο και το σπίτι, σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους που δεν έχουν θυματοποιηθεί. Επιπλέον, τα θύματα εκφοβισμού στον κυβερνοχώρο ηλικίας 10-17 ετών έχουν περισσότερες πιθανότητες να καταφύγουν σε κατάχρηση ουσιών. Σχετικές έρευνες μάλιστα δείχνουν πως αν και ο κυβερνοεκφοβισμός μπορεί να έχει μικρότερη διάρκεια (3-6 μήνες) σε σύγκριση με τις παραδοσιακές μορφές εκφοβισμού, οι αρνητικές επιπτώσεις όπως η κατάθλιψη και ο φόβος είναι το ίδιο ή και περισσότερο έντονες. Οι αυξημένες αρνητικές επιπτώσεις μπορεί να οφείλονται, εν μέρει, στο γεγονός ότι ο κυβερνοεκφοβισμός συνήθως γίνεται φανερός σε ένα ευρύτερο κοινό και παραμένει σε μια πιο μόνιμη κατάσταση στον κυβερνοχώρο.

Αρκετές έρευνες εξετάζουν τις στρατηγικές που χρησιμοποιούν τα παιδιά και οι έφηβοι για να αντιμετωπίσουν τον κυβερνοεκφοβισμό αλλά και να προλάβουν την εμφάνιση και τις συνέπειές του. Αναλυτικότερα, οι νέοι φαίνεται ότι χρησιμοποιούν τέσσερις στρατηγικές «αντίδρασης» όταν έρχονται αντιμέτωποι με τον κυβερνοεκφοβισμό, προκειμένου να τον τερματίσουν ή να μειώσουν τις αρνητικές συνέπειές του. Οι στρατηγικές «αντίδρασης» είναι: η αποφυγή, η αποδοχή, η εκλογίκευση και η αναζήτηση κοινωνικής υποστήριξης.

  • Η αποφυγή αναφέρεται στην προσπάθεια του παιδιού ή του εφήβου που έχει πέσει θύμα κυβερνοεκφοβισμού να αποφύγει τον θύτη ή τον εκφοβισμό, δηλαδή ουσιαστικά το θύμα απομακρύνεται από την κατάσταση αποφεύγοντας έτσι το αρνητικό συναίσθημα που μπορεί να προκύψει από τη θυματοποίηση. Για παράδειγμα, οι νέοι μπορεί να διαγράψουν μηνύματα και on-line λογαριασμούς, να μπλοκάρουν άλλους χρήστες ή απειλητικά μηνύματα και γενικά να αγνοήσουν ή να προσποιηθούν ότι αγνοούν τον εκφοβισμό.
  • Η στρατηγική της αποδοχής αναφέρεται στην αποδοχή του κυβερνοεκφοβισμού ως μέρους της ζωής, δηλαδή ως κάτι που θα συμβεί ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε προληπτικές δράσεις. Ουσιαστικά, χρησιμοποιώντας την στρατηγική αυτή οι νέοι μπορούν να μειώσουν τις αρνητικές συναισθηματικές και ψυχολογικές συνέπειες του κυβερνοεκφοβισμού και να επικεντρωθούν σε άλλα πράγματα στη ζωή τους, πέρα από τον εκφοβισμό. Όταν ο νέος ακολουθεί την στρατηγική αυτή με επιτυχία, αν και δεν αντιμετωπίζει τον ίδιο τον κυβερνοεκφοβισμό, εκμηδενίζει τις ψυχολογικές επιπτώσεις του.
  • Η εκλογίκευση είναι μια στρατηγική που περιλαμβάνει την αξιολόγηση του κυβερνοεκφοβισμού και τον καθορισμό των λόγων για τους οποίους δεν θα πρέπει να ενοχλεί το παιδί ή τον έφηβο. Η εκλογίκευση ουσιαστικά αφορά στην προσπάθεια των νέων να επαναπροσδιορίσουν γνωστικά τον εκφοβισμό, χαρακτηρίζοντας με αρνητικό τρόπο τον θύτη και την πράξη του εκφοβισμού αντί να χαρακτηρίζουν αρνητικά τον εαυτό τους ως θύμα. Με βάση αυτό το σκεπτικό υποστηρίζουν ότι το θύμα δε θα πρέπει να στενοχωριέται για τον κυβερνοεκφοβισμό. Για παράδειγμα, το θύμα του εκφοβισμού μπορεί να θεωρεί «ανόητο» τον υπαίτιο ή τη μέθοδο που χρησιμοποιεί για να τον εκφοβίσει (αντί να τον αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο).
  • Τέλος, η αναζήτηση της κοινωνικής υποστήριξης αναφέρεται στην προσέγγιση ενός άλλου προσώπου, όπως οι φίλοι, οι γονείς ή η αστυνομία, προκειμένου το άτομο να πάρει συμβουλές ή βοήθεια ώστε να σταματήσει ο κυβερνοεκφοβισμός. Δυστυχώς, φαίνεται ότι τα περισσότερα θύματα κυβερνοεκφοβισμού είναι λιγότερο πιθανό να αναζητήσουν βοήθεια, ή να μιλήσουν σε έναν ενήλικα, σε σύγκριση με τα θύματα των παραδοσιακών μορφών εκφοβισμού. Πιθανοί λόγοι που εμποδίζουν τους νέους από το αναζητήσουν βοήθεια από έναν ενήλικα είναι η πεποίθησή τους ότι ο κυβερνοεκφοβισμός δεν πρόκειται να σταματήσει καθώς και ο φόβος τους ότι θα «τιμωρηθούν», για παράδειγμα ότι οι γονείς τους θα τους πάρουν το κινητό ή τον υπολογιστή. Φαίνεται πως οι νέοι αναζητούν βοήθεια από ενήλικες μόνο αν αισθανθούν ότι ο ενήλικος ήταν αξιόπιστος και ότι έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει.


Παράλληλα με τις στρατηγικές αντιμετώπισης, τα παιδιά και οι έφηβοι χρησιμοποιούν συχνά στρατηγικές πρόληψης, όπως η πρόσωπο-με-πρόσωπο συζήτηση, τα αυξημένα μέτρα ασφάλειας και συνολική ευαισθητοποίηση με βασικό στόχο τη μείωση της πιθανότητας πέσουν θύματα κυβερνοεκφοβισμού.

  • Η πρόσωπο-με-πρόσωπο συζήτηση είναι ο χειρισμός διαπροσωπικών θεμάτων σε συνομιλίες πρόσωπο-με-πρόσωπο έτσι ώστε τα άτομα που συνομιλούν να μην παρεξηγούν το περιεχόμενο της ομιλίας. Συχνά, στις συζητήσεις μέσω μηνυμάτων στο διαδίκτυο τα άτομα που συμμετέχουν στη συζήτηση μπορεί να δυσκολεύονται να διακρίνουν το ύφος του μηνύματος, γεγονός μπορεί να οδηγήσει στην παρερμηνεία του και πιθανώς σε διαδικτυακή παρενόχληση ως αντίποινα για το παρερμηνευμένο μήνυμα.
  • Μια ακόμα στρατηγική πρόληψης αφορά στα αυξημένα μέτρα ασφάλειας (π.χ. η χρήση κωδικών πρόσβασης, ο περιορισμός του διαμοιρασμού προσωπικών πληροφοριών στο διαδίκτυο, η θέσπιση ηλικιακά κατάλληλων ορίων στη χρήση της τεχνολογίας, η απαγόρευση ορισμένων ιστοσελίδων και η παρακολούθηση των τεχνολογικών δραστηριοτήτων του νέου) και τη συνολική ευαισθητοποίηση (π.χ. η γνώση για το ποιες ιστοσελίδες μπορεί να μην είναι ασφαλείς και η αναφορά και συζήτηση περιστατικών κυβερνοεκφοβισμού στο σπίτι και το σχολείο) θα μπορούσε να βοηθήσει στην πρόληψη του κυβερνοεκφοβισμού. Είναι σημαντικό οι μαθητές να γνωρίζουν κάποια γενικά πράγματα για τον κυβερνοεκφοβισμό, ώστε να μπορούν να προστατευτούν. Για παράδειγμα, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δε θα πρέπει να κάνουν φίλους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης άτομα που δεν γνωρίζουν προσωπικά.


Για να προστατευτούν τα παιδιά και οι έφηβοι από τις δυσμενείς συναισθηματικές και ψυχολογικές επιπτώσεις του κυβερνοεκφοβισμού χρειάζεται να ενημερωθούν σχετικά με τις στρατηγικές με τις οποίες μπορούν να αντιμετωπίσουν αλλά και να προλάβουν τον εκφοβισμό. Τις περισσότερες φορές οι μαθητές δεν αναφέρουν την παρενόχληση στον κυβερνοχώρο, επειδή δεν πιστεύουν ότι οι ενήλικες μπορούν να τους βοηθήσουν ή φοβούνται ότι θα τιμωρηθούν μέσα από την απομάκρυνση του κινητού ή την απαγόρευση χρήσης του υπολογιστή. Οι γονείς θα πρέπει να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των παιδιών, να είναι πρόθυμοι να ακούσουν το πρόβλημά τους και να τα υποστηρίξουν στην αναζήτηση μιας κατάλληλης λύσης. Επομένως, είναι σημαντικό οι γονείς να παρέχουν ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, να διαθέτουν γνώσεις για τις στρατηγικές αντιμετώπισης και πρόληψης του προβλήματος και να συζητούν ανοιχτά με τα παιδιά σχετικά με τον κυβερνοεκφοβισμό.

Βιβλιογραφία


Parris, L., Varjas, K., Meyers, J., & Cutts, H. (2012). High School Students’ Perceptions of Coping With Cyberbullying. Youth & Society, 44(2), 284-306. doi: 10.1177/0044118x11398881

© 2013 Vicky Baourda. All rights reserved.

Back to top